«H Eλλάς ευγνωμονούσα»,1858
Πίνακας του ζωγράφου Θ.Βρυζάκη

Διονύσιος Σολωμός
Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι

ΑΠΟ ΤΟ Β’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

II

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν καί γελούνε,

κι όσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε
……………………………………………………………………..

Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,
και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μεσα στον άγριο κρίνο·
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκειά κι εκείνο.

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη·
η μαύρη πέτρα ολόχρυση καί το ξερό χορτάρι.

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
«Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει».

ΑΠΟ ΤΟ Γ’ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ

I

Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,

κι αν στο κρυφό μυστήριο ζούν πάντα τα παιδιά σου

με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρ’ έχουν τα μάτια,

τα μάτια τούτα, να σ’ ιδούν μες στο πανέρμο δάσος,

που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια

(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Βαϊώνε!

Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα·

ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πόχει,

που μέρη τόσα φαίνονται καί μέρη ‘ναι κρυμμένα!

Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου,

κι ευθύς εγώ τ’ ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;

Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του καί το ξερό χορτάρι.

VI

Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη,

κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,

και μες στη σκιά που φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους

ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.

Νερά καθάρια καί γλυκά, νερά χαριτωμένα,

χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,

και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,

κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,

τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.

Έξ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γή, σ’ ουρανό, σε κυμα.

Αλλά στης λίμνης το νερό, π’ ακίνητό ‘ναι κι άσπρο,

ακίνητ’ όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ’ ως τον πάτο,

με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’ η πεταλούδα,

που ‘χ’ ευωδίσει τσ’ ύπνους της μεσα στον άγριο κρίνο.

– «Αλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι ‘δες;».

– «Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!

Χωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,

ουδ’ όσο καν η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,

γύρου σε κάτι ατάραχο π’ ασπρίζει μες στη λίμνη,

μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,

κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

«Ελεύθεροι Πολιορκημένοι» (1834-1847)

Ένα από τα κορυφαία λυρικά ποιητικά έργα του Δ.Σολωμού,εμπνευσμένο από τα γεγονότα

της πολιορκίας και της Εξόδου του Μεσολογγίου , βράδυ 10ης προς 11η Απριλίου

1826,Κυριακή των Βαΐων.

Ο Σολωμός εμπνεόμενος από το ιστορικό αυτό γεγονός κατά τη διάρκεια της επανάστασης

του 1821 ,ανάγεται στον αγώνα του ανθρώπου για την ηθική,την εσωτερική του

ελευθερία.

H καθηγήτρια

Ζιώγα Νινιώ